Αταίριαστοι

Ήμασταν πάντοτε αταίριαστοι. Και μεταξύ μας και ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους παράταιροι.

Μου λείπεις.
Δε θα ήθελα να το παραδεχτώ. Αλλά ναι. Αλήθεια είναι – κι είπαμε – είμαστε πάντα ειλικρινείς…
Και πριν να σε γνωρίσω μου έλειπες. Σε περίμενα.
Τώρα απλά άλλαξαν τόπο και χρόνο όλα. Μήτε τις χαρές μου δεν μπορώ να γευτώ το ίδιο. Μήτε το γέλιο μου, σα δεν το μοιράζομαι μαζί σου. Μετανιώνω. Μόλις γελάσω λιγάκι, να’ σαι κι εσύ, εκεί, να μου κουνάς το δάχτυλο που σε ξέγραψα, να με κοιτάς με αυτό το βλέμμα που δεν κατάλαβα ποτέ. Και ντρέπομαι που γελάω χωρίς εσένα.

Πού είσαι;
Στις κουβέντες μου ξεφεύγει το όνομά σου. Και με γνωστούς και μ’ αγνώστους. Ξεκίνησα να λέω “ο άνθρωπος χωρίς όνομα”… αλλά κι όνομα που δεν είχε, είχε τη μορφή σου. Τι τα θες, απελπίστηκα. Λέω, έτσι θα είναι από εδώ και πέρα. Συνήθισέ το, ανόητη. Μάλλον έτσι είναι οι άνθρωποι. Απλά εγωιστές και πληγωμένοι σαν εσένα, κάνουν βήματα δήθεν μπροστά, τάχα πως προχωράνε. Κι όταν τα βράδια πέφτουν στο κρεββάτι, μια γελάνε κι ονειρεύονται και δέκα κλαίνε – μη ρωτάς γιατί κλαίνε. Παιχνίδια κάνει το μυαλό τους.

Σ’ αγάπησα.
Ξέρω, δεν το πιστεύεις. Δεν πιστεύεις αυτά που δεν καταλαβαίνεις. Κάθε άνθρωπος αγαπά με το δικό του τρόπο. Εγώ λίγο αναρχικά και λίγο φασιστικά. (Σε θέλησα αποκλειστικά δικό μου και λεύτερο…!) Δεν έχει σοσιαλισμούς ο έρωτας. Σ’ αγάπησα ακριβώς όσο πίστεψα πως χρειαζόσουν. Ακριβώς όσο δεν αγαπάς τον εαυτό σου. Ίσα να συμπληρωθεί το όλον, να κλείσει ο κύκλος, να σε φυλάξει.

Πονάει.
Που νόμιζες πως θα’ θελα να σε πληγώσω, να σ’ εκδικηθώ. Που νόμιζες πως θα χρησιμοποιούσα τον πόνο σου για όπλο. Κρίμα που δε μ’ έμαθες. Αυτό περισσότερο με πλήγωσε, παρά που δε μ’ αγάπησες. Σε αυτό τον έρωτα έχασα εμένα. Μεταμορφώθηκα σε κάποια που δεν ήμουν, να ψάχνω από την κλειδαρότρυπα να ρίξω στη ζωή σου μια ματιά. Δε θέλησα να σε πεθάνω. Να μ’ αναστήσω θέλησα. Έμαθα να σ’ αγαπάω και ξέχασα να αγαπώ εμένα. Νομίζω το έχω συνήθεια. Το έχω ξανακάνει. Δεν ήταν το ίδιο μα είχε το ίδιο αποτέλεσμα.

Είμαι ιδιαίτερη.
Θα με θυμάσαι είπες ιδιαίτερα. Δεν ξέρω αν πρέπει να γελάσω ή να κλάψω. Καλύτερα να μην ξέρω πως με θυμάσαι. Φοβάμαι. Σκέφτηκα να σ’ αποχαιρετήσω. Ήταν η τελευταία μας συνάντηση… ας πούμε απερίγραπτη. Και ζω λιγάκι για την υστεροφημία μου. Ύστερα θυμήθηκα πως αν σ’ αποχαιρετήσω, κάπου θα ξανασυναντηθούμε. Οπότε ας το αποφύγουμε. Γιατί αλήθεια δε θέλω να σε ξαναδώ. Ούτε να ξέρω πού είσαι, ούτε τι κάνεις. Αν δεν είμαι η ζωή σου, δε θέλω να ξέρω για κείνη. Από την άλλη προσεύχομαι για σένα, (Είναι σημαντικό, γιατί δεν προσεύχομαι ούτε για μένα.) να είσαι καλά.

Είσαι φοβισμένος.
Μου πήρε καιρό να το σκεφτώ και να το καταλάβω. Δεν είναι δειλία, δεν είναι εγωισμός. Ο φόβος είναι κάτι διαφορετικό. Μπορείς να κοιμάσαι ήσυχος. Τίποτα δε σε καταδιώκει. Απλά έτσι νομίζεις. Ότι ήταν πάει τώρα, πέρασε. Κάθε δράση έχει και μια αντίδραση… μα δε θα κρυβόμαστε κι από το φαινόμενο της πεταλούδας! Τελικά ίσως μου μοιάζεις παραπάνω από ότι νόμιζα. Απαιτούμε κι οι δυο να μας καταλαβαίνουν, να μαντεύουν, να λύνουν γρίφους, να ξεκλειδώνουν μπαούλα, εκείνοι που θέλουν να τολμήσουν να πουν πως μας αγάπησαν. Κι ύστερα λέμε… δε μας έμαθε κανείς.

Μόνοι μας.
Όταν νιώθεις μόνος, να μη με ψάξεις. Απλά να με σκέφτεσαι. Λέγαμε αλήθειες μα δεν ήμασταν ποτέ αληθινοί. Αυτό είναι το πιο ειλικρινές πράγμα που θα σου πω ποτέ. Ανάποδοι κι οι δυο, παράξενοι, άγνωστοι και γνωστοί, τώρα σ’ αγάπησα που συγχώρησα τον έρωτά μου. Δεν ηρεμώ ποτέ. Ούτε στα χέρια σου ηρεμούσα. Μόνο στη φωνή σου. Εκεί δηλώνω υποταγή. Καληνύχτα θα σου λέω απ’ τ’ αστέρια, τώρα που θα χαθώ (ίσα να μη με βρίσκεις).

Δείτε ακόμη...

Απάντηση