Μια παρτίδα πόκερ

Ξέρεις, μου λείπεις όταν φεύγεις κι όταν είσαι εδώ, ίσως ακόμη περισσότερο. Πώς να στο εξηγήσω δεν ξέρω. Αν μπορώ με λέξεις να ντύσω την επιτακτική ανάγκη μου για το άγγιγμα σου, το χτυποκάρδι εκείνο που ανεβάζει ρυθμό στον ψιθυριστό ήχο της φωνής σου, την απελπισία στο παθιασμένο φιλί σου, την παράνοια του έρωτα.
Εκείνες τις αγκαλιές που κουμπώνεις ξαφνικά σαν κομμάτι που αποκολλήθηκε και βρίσκει το ταίρι του μετά από μια πολυτάραχη αναζήτηση, τις τρέμω, τις φοβάμαι σαν το διάβολο. Εκείνα τα μάτια που διαβάζω και με διαβάζουν σαν ανοιχτό βιβλίο πονάνε, γιατί τη μόνη αλήθεια μου την κρατάς εσύ. Στα χέρια σου ευάλωτη, αδύναμη, ένα παιδί που τα άστρα κοιτάζει κι ονειρεύεται και στην αγκαλιά σου ψάχνει στοργή, φροντίδα, άφεση. Εγώ που πάντα κράταγα ψηλά το κεφάλι κι έλεγα, κανείς δεν είναι πιο δυνατός από την ικανότητα μου να κρύβομαι. Ήμουν βλέπεις πάντοτε καλή στα παιχνίδια και τώρα με ξεπερνά η ήττα.

Να στέκομαι στα πόδια μου απαλλαγμένη από ελπίδες, αγάπες και άλλα τέτοια βαρίδια που σε τραβάνε στον πάτο. Έτσι είχα μάθει κι ήρθες εσύ να γίνεις δήθεν φίλος. Να καμουφλάρεις έναν έρωτα, να με μπλέξεις, να με μάθεις, να μ’ αποκτήσεις έτσι απλά. Να μ’ αναγκάσεις να μοιραστώ μαζί σου μια στιγμή, μια ανάσα, ένα ταξίδι δίχως εισιτήριο. Λαθρεπιβάτες είμαστε. Καιροσκόποι της δεκάρας στο συναίσθημα. Σώματα στην αλητεία, καρδιές στην παρανομία.

Πόση πειθώ μπορεί να επιδεικνύεις, για να με καταφέρεις να κυνηγώ την παρακμή της χρυσής εποχής μου με τόση μανία; Τι σου έταξα για να δαμάσω την ακόρεστη δίψα σου για ελευθερία κι εργένικους, αμαρτωλούς, μύχιους πόθους;

Στο μύθο της απόδρασης επαναπαύσαμε κι οι δυο την αίσθηση του επαναπατρισμού που δίνει ένα άγγιγμα.
Έρχεσαι, φεύγεις… Εγώ εδώ. Να περιμένω ένα κύμα πού θα μας παρασύρει στην άβυσσο για την αιωνιότητα. Έρχομαι φεύγω… Εσύ εκεί να προσεύχεσαι για μας σε ένα θεό που ποτέ μου δεν πίστεψα.

Στον τζόγο και το ρίσκο. Μια παρτίδα πόκερ γίναμε. Ένα ουίσκι στο τραπέζι, ένα τσιγάρο στα χείλη και τα τραπουλόχαρτα η ζωή. Παίζω τα ρέστα μου αυτή τη φορά κι εσύ τα πάντα. Ποιος από τους δυο μπλοφάρει δε μπορεί κανείς να μαντέψει. Σε ένα έργο θεατές κι οι δυο. Μα στο είχα πει εκείνο το πρώτο βράδυ μας, πως χάσαμε κι οι δυο. Τώρα είναι αργά για να γυρίσει το παιχνίδι. Απ’ την αρχή σημαδεμένη η τράπουλα.

Ανάθεμα σε! Αναθεματίζω κι εμένα. Καταραμένοι ερωτευμένοι που κρύβονται πίσω από μάσκες, παιχνίδια, λέξεις, σχέσεις.
Οι μάρκες ένα μικρό βουνό πάνω στην τσόχα. Ώρα να ανοίξουμε τα φύλλα μας, να ησυχάσουμε πια λιγάκι. Να πάψει αυτή η αναμονή, το άγχος, το ψέμα. Φυσάω τον καπνό μου στο ταβάνι, μια γουλιά απ’ το ποτήρι σου, σβήνω το τσιγάρο, σε κοιτάζω στα μάτια. Τέλος. Χασούρα μεγάλη η αποψινή, μα εσύ κρατάς το χέρι μου πάνω στα φύλλα και χαμογελάς ανακουφισμένος. Όλα στο φως για πρώτη φορά…

Δείτε ακόμη...

Απάντηση